Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος – Η Μάχη των Γιαννιτσών (1912)
Ο οθωμανικός στρατός στο ελληνικό μέτωπο, αφού δε συγκράτησε τις δυνάμεις του στα στενά του Σαρανταπόρου και κατάφερε μόνο να δημιουργήσει προβλήματα προέλασης στους Έλληνες στη Δυτική Μακεδονία, συγκεντρώθηκε στα Γιαννιτσά, όπου και οχυρώθηκε, θεωρώντας και σωστά, ότι η Θεσσαλονίκη δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί έξω από τα τείχη της. Η στρατηγική θέση των Γιαννιτσών, οι χαμηλοί λόφοι, που λειτουργούν ως άριστα έμπεδα άμυνας με την παρακείμενη λίμνη έκανε υποχρεωτική την πορεία των αντιπάλων σε ένα στενό σχετικά χώρο. Η μάχη ξεκίνησε την 19η Οκτωβρίου και διήρκεσε δυο ημέρες.
Οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις έπρεπε να περάσουν μία γέφυρα στο ρέμα της Μπάλιτζας, που ήταν ήδη στοχοποιημένη από τον αντίπαλο. Υπό καταρρακτώδη βροχή, τα ελληνικά συντάγματα είχαν πολλές απώλειες και δυσκολίες στην ανάπτυξη. Έως το βράδυ, που αναγκάστηκαν να το περάσουν επί τόπου, συμπληρώθηκε η ανάπτυξη του πυροβολικού και έγιναν διορθωτικές κινήσεις υπερκέρασης από την πλευρά των βορειοδυτικών λόφων πάνω από τα Γιαννιτσά. Η έφοδος του ελληνικού στρατού ήταν ορμητική και μέσα στο πρωί της 20ης, η νίκη ήταν γεγονός. Οι απώλειες ήταν βαρειές. Οι απώλειες των Οθωμανών ήταν τριπλάσιες. Στην πόλη είχε ξεσπάσει πυρκαγιά. Όμως, ο δρόμος για την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ήταν πλέον ανοιχτός.
Έως τη νέα πόλη
Τα Γιαννιτσά υπό την ελληνική σημαία, έζησαν τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και την ταραγμένη εποχή που ακολούθησε. Έχοντας τη διοίκηση μιας κοινότητας έως το 1917, έγιναν για δύο μήνες έδρα του νεοσύστατου Νομού Πέλλας και έκτοτε παρέμεινε ο Δήμος (από το 1918) ως διοικητική αρχή. Ο πληθυσμός γνώρισε μεγάλες μεταμορφώσεις και μετακινήσεις.
Μετά την εθνική καταστροφή του 1922, και στα τρία χρόνια που ακολουθούν, φεύγουν από την πόλη και την περιφέρεια οι μουσουλμάνοι και οι «βουλγαρόφρονες» με βάση συμφωνίες για ανταλλαγή πληθυσμών και έρχονται να προστεθούν στους πρόσφυγες της Στράντζας, κάτοικοι των Καρυών του Καβακλή της Ανατολικής Ρωμυλίας, πολλές οικογένειες από την Αρσού, οικογένειες από τις επισκοπές Χαλδίας (Αργυρούπολης) και Τραπεζούντας, και πολλοί Μπαφραλήδες, από τον δυτικό Πόντο. Σ’ αυτούς προστέθηκαν ικανός αριθμός Ποντίων μεταναστών από περιοχές της Ρωσίας και πολλοί Καππαδόκες από την περιοχή Καισάρειας και Νίγδης (Καραμανλήδες) αλλά και από άλλα μέρη της Μικρασίας, τη Σμύρνη, την Κιλικία και τη Μαλακοπή.
Ο Μεσοπόλεμος
Το πώς μία οθωμανική κατά βάση κωμόπολη, με έντονο φονταμενταλισμό, μετατράπηκε σε δύο δεκαετίες σε μια σφύζουσα από ζωή ελληνική πόλη, οφείλεται λιγότερο στις προσπάθειες του κράτους, που ήταν εξαιρετικά φτωχό και περισσότερο στους ίδιους τους κατοίκους, που δημιούργησαν μια μεγάλη παραγωγική βάση, κι ενώ τους θέριζαν η ελονοσία και η κακή υγιεινή, μπόρεσαν και αναπτύχθηκαν μέσα από τα σπίτια του εποικισμού, ή μέσα από τις παραδοσιακές κατοικίες τους, ενωμένοι, αρχικά υπό την κοινή καταγωγή και αργότερα ως «Γιαννιτσιώτες». Συνετέλεσαν σ΄ αυτή τη μεταβολή δύο παράγοντες: Η αποξήρανση της Λίμνης των Γιαννιτσών από τη Foundation Company στα χρόνια του Μεσοπολέμου, που εξακόντισε το γεωργικό κλήρο στα 30 στρέμματα ανά οικογένεια, στρέμματα μιας πραγματικά εύφορης γης και η επίμονη εκπαιδευτική προσπάθεια μέσα από σχολεία, συλλόγους, ιδρύματα και κοινές επιδιώξεις.
Πόλεμος, Κατοχή και Εμφύλιος
Οι κάτοικοι των Γιαννιτσών επιστρατεύτηκαν με ενθουσιασμό και πολέμησαν στον πόλεμο της Αλβανίας. Όταν το μέτωπο κατέρρευσε, οι Γερμανοί κατέλαβαν την πόλη και στο πρώτο διάστημα διατηρούσαν εκεί σημαντική φρουρά. Ο αγροτικός χαρακτήρας της περιοχής δεν έφερε μεγάλες στερήσεις, αλλά η αντίσταση εναντίον του κατακτητή φούντωσε, ιδίως μετά το 1943. Οι περισσότεροι οργανώθηκαν στο ΕΑΜ, αλλά υπήρχαν και άλλες ομάδες που έδρασαν παροδικά. Η κατάσταση εκτραχύνθηκε το 1944, όταν η Γερμανία βρισκόταν στα πρόθυρα της αποχώρησης, και επιχειρούσαν, σε συνεργασία με Τάγματα Ασφαλείας και άλλες φιλοναζιστικές οργανώσεις να «εκκαθαρίσουν» την αντίσταση, κυρίως στο Πάικο, που έθετε σε κίνδυνο την ενδεχόμενη αποχώρησή τους. Έφτασαν να κάψουν το Ελευθεροχώρι στις 23 Μαρτίου 1944 και να εκτελέσουν πολλούς κατοίκους του. Κορυφαίο και θλιβερό γεγονός, υπήρξε η εκτέλεση δεκάδων κατοίκων, με επικεφαλής το Δήμαρχο της πόλης Θωμά Μαγκριώτη, από τους κατακτητές και τους συνεργάτες τους στις 14 Σεπτεμβρίου 1944 στο χώρο του 1ου Δημοτικού Σχολείου Γιαννιτσών. Η ομαδική αυτή θυσία συντάραξε την κοινωνία των Γιαννιτσών. Η σκοτεινή περίοδος που ακολούθησε και οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο, υπήρξε εποχή μεγάλης σύγχυσης και συγκρούσεων. Οι πληγές της Κατοχής και του Εμφυλίου άργησαν να κλείσουν. Στην ουσία, μόνο στα πρόσφατα χρόνια και αρκετά μετά την Μεταπολίτευση.
Η μεταπολεμική περίοδος
Η πληγωμένη πόλη του 1950, που είχε ξεκινήσει αργά την ανασυγκρότησή της, μετά από μισό αιώνα μεταβλήθηκε σε μία δυναμική πόλη με τριπλάσιο πληθυσμό, αξιόλογη υποδομή, πολλούς επιστήμονες και δημιουργούς, με ιδιαίτερο οικονομικό βάρος, παρά το ότι η έως πρόσφατα κακή κατάσταση του οδικού δικτύου και των υποδομών μεταφοράς, αλλά και η γειτνίαση με τη Θεσσαλονίκη, δεν επέτρεπε μεγαλύτερη ακόμη ανάπτυξη. Ας σημειωθεί εδώ ότι τα Γιαννιτσά, δεν είχαν την προβλεπόμενη εμπορική ανάπτυξη στο δέκατο ένατο αιώνα, επειδή η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης-Μοναστηρίου, πέρασε από τα νότια της λίμνης. Πρόσφατα, η χάραξη της Νέας Εγνατίας μέσω Βεροίας, οδήγησε σε ανάλογη αδυναμία τις οδικές υποδομές της περιοχής.
Η πόλη ρυμοτομήθηκε στην αρχή χωρίς να δοθεί σημασία στην πλούσια οικιστική της παράδοση. Πολλά μνημεία που ήταν ερειπωμένα κατεδαφίστηκαν. Μόνο κατά τις πρόσφατες δεκαετίες φροντίστηκε η πολιτιστική κληρονομιά, χάρη στη συνεργασία των γενεών και στη δυναμική των δημοτικών αρχών και των συλλόγων. Ένας από τους πρώτους πεζόδρομους της χώρας, εγκαινιάστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Η πόλη απέκτησε νοσοκομείο, πολλά εκπαιδευτικά κτίρια, ναυταθλητικό κέντρο, ενώ μετά από 30 ολόκληρα χρόνια λειτουργεί το Πνευματικό της Κέντρο, καθώς και ανοιχτό θέατρο.
Στον οικονομικό τομέα, η πόλη προχώρησε ακόμη περισσότερο. Η αιμορραγία της μετανάστευσης και της αστυφιλίας, έφερε μετά από ένα δύσκολο διάστημα, την εμφάνιση νέων επιχειρηματιών, που επένδυσαν στον τόπο τους. Οι παλιές αντιθέσεις και αδυναμίες ξεπεράστηκαν από την ίδια την ανάπτυξη. Καταστήματα και βιομηχανίες, πλαισιώνουν τη μεγάλη αγροτική παραγωγή που υπέστη αρκετές μεταβολές, όπως τη βαθμιαία εγκατάλειψη του καπνού και την κυριαρχία του βαμβακιού, και των οπωροφόρων. Αλλά υπάρχει ήδη καλλιέργεια αμπελιών και βιολογική συνείδηση σε πολλούς νέους αγρότες.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1950 ξεκίνησε και η συστηματική ανασκαφή της Πέλλας. Η πρώτη ανασκαφική τομή είχε επιχειρηθεί ήδη το 1914 και το 1915, αλλά διακόπηκε γιατί η χώρα βρισκόταν ανάμεσα στη δίνη δύο πολέμων, των Βαλκανικών και του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η μεταπολεμική ανασκαφή της Πέλλας από τον Χαράλαμπο Μακαρόνα και τον Φώτη Πέτσα αποκάλυψε μεγάλο τμήμα της αρχαίας πόλης και έφερε στο φως σημαντικά ευρήματα και έργα τέχνης. Η ανασκαφή συνεχίσθηκε με διαστήματα διακοπών τις επόμενες δεκαετίες και συμπληρώθηκε με έργα αναστηλώσεων και ανέγερση μουσείων. Σήμερα, ο αρχαιολογικός χώρος και το μουσείο της Πέλλας είναι από τα σημαντικότερα της χώρας.
Στο μέλλον
Κανένας δεν μπορεί να γίνει προφήτης στην πατρίδα του, αλλά τα Γιαννιτσά είναι μια πόλη με μέλλον. Με τον καιρό, η απόστασή της από τη Θεσσαλονίκη μειώνεται σε πραγματικό χρόνο, διαμορφώνοντας μια «προαστειακή» αντίληψη ως προς ένα μελλοντικό μητροπολιτικό βαρύκεντρο. Η βαρύνουσα σημασία της δυτικής εισόδου της Θεσσαλονίκης, με τη βαθμιαία απαξίωση των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, που βρίσκονται σε απόσταση αναπνοής γύρω από το Γαλλικό ποταμό, δίνει πολλές ευκαιρίες οικιστικής ανάπτυξης στην περιοχή των Γιαννιτσών, αρκεί η πόλη να συνδεθεί και με δίκτυα σταθερής τροχιάς με τη συμπρωτεύουσα. Με δυο λόγια, η Πελλαία χώρα και ένας προαστιακός σιδηρόδρομος, θα μπορούσαν να γίνουν ισχυροί πόλοι τοπικής ανάπτυξης.