Γραμμή του Δημότη 23820 83227
Ωράριο Δευ - Παρ 8.00 πμ - 6.00 μμ

Οθωμανική Περίοδος

Τα Γιαννιτσά

Οι περισσότεροι ερευνητές τοποθετούν την κατάληψη της περιοχής των Γιαννιτσών στη δεκαετία του 1380. Και τη συναρτούν με τον σημαντικό συνοριακό πολέμαρχο των Οθωμανών, τον Γαζή Εβρενός, που συνέβαλε αποφασιστικά στην επικράτηση των Οθωμανών στη Μακεδονία και την ελλαδική χερσόνησο. Πολέμησε στις μάχες του Κοσσυφοπεδίου (1389) και της Νικόπολης(1396), ενώ κατέλαβε την Κόρινθο. Ο θρύλος αναφέρει ότι έζησε 129 χρόνια! Πέθανε στα Γιαννιτσά και ετάφη το 1417. Ο σουλτάνος του χάρισε τεράστιες εδαφικές εκτάσεις, από τις οποίες η μεγαλύτερη και σπουδαιότερη ήταν η περιοχή των Γιαννιτσών, που ορίστηκε ως «βακούφι» (θρησκευτικό-φιλανθρωπικό  μουσουλμανικό ίδρυμα).

Καθώς η οθωμανική ιστοριογραφία δεν έχει πολλές ομοιότητες με την ευρωπαϊκή, εμφιλοχωρούν σ’ αυτήν πολλές, γοητευτικές (και αναπόδεικτες) ιστορίες, όπως η θανάτωση του γιου του Εβρενός από τον ίδιο, επειδή αυθαδίασε στον Σουλτάνο, αλλά και ο τρόπος, που η αχανής κτηματική έκταση των Γιαννιτσών δόθηκε στον Εβρενός: Είτε ότι του είπαν ότι η γη, που μπορεί να περικλείσει σε μια μέρα τρέχοντας με ένα άλογο είναι δική του, οπότε φρόντισε να έχει διαθέσιμα άλογα σε κάθε χωριό και μπόρεσε να διατρέξει με φρενήρη καλπασμό το σύνολο του κάμπου των Γιαννιτσών, είτε ότι του είπαν ότι δικαιούται γη, που μπορεί να περικλεισθεί στο τομάρι μιας αγελάδας, οπότε δημιούργησε μια λεπτή κλωστή με ειδική επεξεργασία και κατάφερε το ίδιο. Τα αρχεία του ιεροδικείου της Θεσσαλονίκης μαρτυρούν ότι η «ηγεμονία» του Εβρενός έφτανε στο χωριό Άδενδρο της Θεσσαλονίκης και κάλυπτε πρακτικά μεγαλύτερο χώρο από την επαρχία Γιαννιτσών. Τα Γιαννιτσά ήταν η έδρα αυτής της παραγωγικής και στρατηγικής περιοχής.

Το όνομα

Η ονομασία Γενιτζέ-Βαρντάρ επικρατεί την οθωμανική περίοδο. Καθώς μια άλλη κωμόπολη στο Νέστο, ονομάζεται κι αυτή Γενιτζέ Καρασού (σήμερα Γενισαία, το τουρκικό όνομα του Νέστου είναι Καρασού=Μαυρονέρι) θεωρήθηκε ότι οι δύο οικισμοί ήταν συνώνυμοι και έφεραν την προσηγορία του πλησιέστερου, μεγάλου ποταμού της περιοχής, για να διαφοροποιούνται. Προηγουμένως, το όνομα Γενιτζέ εμφανίζεται και μόνο του. Ένα χωριό κοντά στα  Γιαννιτσά, η Αξός (Παλαιόν) και το Ποντοχώρι, λεγόταν Εσκιτζέ, δηλαδή «παλιά πόλη». Σε μεταπολεμικούς χάρτες μάλιστα υπάρχει διάκριση ανάμεσα στο «Παλαιόν Παλαιόν»(Βετπαζάρ=παλιά αγορά=Ποντοχώρι) και στο «Νέον Παλαιόν» (Αξός). Αν αναλογιστούμε ότι και η Ξάνθη, κατά την εποχή της ανάπτυξης της Γενισαίας λεγόταν επίσης Εσκετζέ, δεν είναι καθόλου παράξενο ότι οι Οθωμανοί ονόμασαν «Νεαπόλεις»(Γενιτζέ) δύο οικισμούς στους οποίους έδωσαν μεγάλη σημασία, ενώ οι παλαιότεροι οικισμοί ονομάστηκαν «Παλαιοπόλεις» (Εσκιτζέ).

Η πόλη, ιδίως μετά το θάνατο και την ταφή του Εβρενός, θεωρήθηκε ιερή από τους μουσουλμάνους. Συνετέλεσαν σ’ αυτό η μεγάλη φήμη των σπαχήδων του Εβρενός (που είχε και την προσηγορία του Γαζή=νικητή), η πληθώρα θρησκευτικών ιδρυμάτων και ιεροδιδασκαλείων, αλλά και η μεγάλη σχέση των Γιαννιτσών με έναν άλλο άνδρα, Νακσιμπεντί σεΐχη, τον σεΐχη Ιλαχή, του οποίου ο τάφος  υπήρχε στα Γιαννιτσά. Το βακούφι, διέφερε σε πολλά από τα τιμάρια της εποχής. Η διοίκηση ήταν σταθερή (οι απόγονοι του Εβρενός ήταν οι μόνιμοι διαχειριστές του βακουφίου) και η φορολογία σημαντικά χαμηλότερη (τα βακούφια πλήρωναν μόνον τη δεκάτη). Υπήρξε, λοιπόν, πόλος προσέλκυσης φτωχών αγροτών και τεχνιτών από πολλές περιοχές της Ρούμελης (του ευρωπαϊκού τμήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας).

Ο γνωστός προσκυνητής- περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή επισκέφθηκε τα Γιαννιτσά στα μέσα του 17ου αιώνα. Η κυριότερη περιγραφή του αναφέρεται στις δραστηριότητες του βακουφίου των Εβρενός, που βρισκόταν στη θέση που αργότερα χτίστηκε το 3ο Δημοτικό Σχολείο, από την περιοχή του Αγίου Γεωργίου και έως το λουτρό κοντά στον τάφο του Γαζή Εβρενός. Σ’ αυτή τη μεγάλη έκταση, που ήταν περιφραγμένη και γεμάτη κτίσματα, που χωρίζονταν από αυλές, τάφους και κήπους, ήταν χτισμένα τα πιο επιφανή μνημεία της πόλης. Η πόλη διέθετε στα χρόνια του Εβλιά Τσελεμπή 17 συνοικίες. Κάθε συνοικία είχε το τζαμί της. Η αγορά ήταν εντυπωσιακή μ’ ένα μεγάλο μολυβδοσκέπαστο μπεζεστένι στο κέντρο της, ένα σημαντικό παζάρι και πάνω από 700 μαγαζιά. Η πόλη είχε επίσης τρία δημόσια λουτρά και 70 ιδιωτικά.  Ιδιαίτερα υψηλή ήταν η αγοραστική κίνηση. Ο Εβλιά αναφέρει εννέα χάνια και ένα μεγάλο καραβάν σεράι, περιουσία του βακουφίου, που μπορούσε να φιλοξενήσει πεντακόσιους ανθρώπους με τα υποζύγια ή τα άλογά τους.

Στην ιστορία των Γιαννιτσών είναι σημαντική η λειτουργία του ως διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο. Στο νότιο τμήμα, πάνω στην Εγνατία Οδό υπήρχε η οθωμανική αγορά. Εδώ πρέπει να αναζητηθούν το καραβανσαράι, πολλά καταστήματα που έχουν σχέση με εξυπηρέτηση επισκεπτών και περαστικών, αποθήκες προϊόντων και τα συναφή. Εδώ υπήρχε ο παραδοσιακός χώρος της εμποροπανήγυρης και ζωοπανήγυρης, το εβδομαδιαίο παζάρι και  καταστήματα. Ακολουθούσε προς βορρά η κάτω πόλη, όπου κυριαρχούσε το βακούφι του Εβρενός και τα μεγάλα δημόσια κτίρια και προσκυνήματα, αλλά και οι πολυσύχναστες γειτονιές, όπου κατοικούσαν οι μουσουλμάνοι. Τέλος, στα βόρεια, που κατέληγαν στο Βαρόσι, ήταν οι λοφώδεις χριστιανικές συνοικίες, περισσότερο αραιοκατοικημένες από τις μουσουλμανικές. Από τα φορολογικά κατάστιχα πληροφορούμαστε ότι υπήρχαν και μεικτές συνοικίες. Τα σημερινά ελάχιστα σωζόμενα λείψανα του παρελθόντος της πόλης επιβεβαιώνουν αυτή τη γενική εικόνα. Η ανάπτυξη των Γιαννιτσών σε εποχή όπου είχε ξεκινήσει ο πόλεμος των πυροβόλων και η γειτνίαση της πόλης με την ασφαλή Θεσσαλονίκη, ερμηνεύουν γιατί η περιοχή δεν είχε οχυρώσεις ή αμυντικές εγκαταστάσεις. Ωστόσο συχνά αναφέρεται εγκατάσταση στρατιωτικής φρουράς στα Γιαννιτσά, που μάλιστα βοηθούσε στην καταστολή εξεγέρσεων άλλων περιοχών, στα μεταγενέστερα χρόνια.

Τα Γιαννιτσά, σε μία περίοδο δύο αιώνων, υπήρξαν λόγω του θρησκευτικού χαρακτήρα τους, ιδιαίτερο κέντρο μελέτης του Κορανίου και ανάπτυξης της ποίησης και της φιλοσοφίας των δερβίσηδων και των τσελεμπήδων, σ’ ένα ιδιότυπο κλίμα μυστικισμού, που χαρακτηρίζει την εποχή και τη συγκεκριμένη λατρεία. Αναφέρονται ως γενέτειρα ή ως χώρος δράσης πολλών προσωπικοτήτων με ποιητικές και  μαθηματικές επιδόσεις. Κατά τον ερευνητή της περιόδου Kiel, πρωτουργός υπήρξε ο σεϊχης Ιλαχή. Ακολούθησαν ο Ουσουλί, ο Μανσούρ Τσελεμπή, ο Σινετσάκ και ο Χαγιαλή, οι οποίοι έγιναν ονομαστοί κυρίως από τη δράση τους σε πόλεις και προσκυνήματα της Ανατολής.

Η άνοδος του χριστιανικού στοιχείου

Η περιγραφή του Εβλιά Τσελεμπή είναι η τελευταία που παρουσιάζει μια ειδυλλιακή εικόνα των μουσουλμάνων των Γιαννιτσών. Στους δύο αιώνες που ακολούθησαν, το χριστιανικό στοιχείο πληθαίνει και ενώ τηρούνται οι απαγορεύσεις, που ισχύουν μέσα στην πόλη σε ζητήματα λατρείας,  στα χρόνια του περιηγητή Lear, αρχές του 19ου αιώνα, η παρακμή της πόλης είναι φανερή. Διαθέτει τώρα μόνο οκτώ τζαμιά, που λειτουργούν. Έως το κομβικό γεγονός ενός φοβερού λοιμού του 1839, είχαν προηγηθεί μεγάλοι σεισμοί, αρρώστιες και σιτοδείες. Η επανάσταση του 1821 έφερε κύμα αστυνόμευσης και φυλακίσεων. Όσο προχωρούμε στο 19ο αιώνα και μετά το λοιμό, οι χριστιανοί αποτελούν πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού. Και ζητούν ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1850 να χτίσουν ναούς μέσα στην πόλη. Από τους 1300 περίπου χανέδες, που αναφέρονται στη δεκαετία του 1870, οι μουσουλμάνοι κατέχουν τους 800 και οι χριστιανοί τους 500.

Ο Μακεδονικός Αγώνας

Με τη βοήθεια και την υποκίνηση των μεγάλων δυνάμεων, αλλά και την εσωτερική δύναμη που έδινε ο αλυτρωτισμός, τα εδάφη της οθωμανικής αυτοκρατορίας θεωρήθηκαν τόποι, όπου θα αναπτύσσονταν οι ιδιαίτερες εθνικές συνειδήσεις. Η θρυαλλίδα σ’ αυτά ήταν η δημιουργία του βουλγαρικού κράτους αλλά και της Εξαρχίας, ως κινήματος αποσχιστικού του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Έως τότε, ο μόνος διαχωρισμός που υπήρχε απέναντι στη διοίκηση ήταν ο θρησκευτικός. Ακολούθησε μια μακρά περίοδος αστάθειας στη Μακεδονία, με κύριο γνώρισμα τη διαπάλη περί τα χριστιανικά καθιδρύματα, το κοινοτικό χριστιανικό εκπαιδευτικό σύστημα και αλλεπάλληλα επεισόδια, κυρίως μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων.

Ο αγώνας στο Βάλτο των Γιαννιτσών ήταν ένα ιδιότυπο μέτωπο υγρών χαρακωμάτων, όπου βουλγαρικά και ελληνικά σώματα, οχυρωμένα σε αγκυρωμένες ιδιοκατασκευές (πατώματα) που στεγάζονταν με καλύβες, επιχειρούσαν επιδρομές στα γειτονικά χωριά και πολεμούσαν μεταξύ τους. Η πιο λαμπρή μορφή αυτού του αγώνα υπήρξε ο Γκόνος Γιώτας, εντόπιος Γιαννιτσιώτης, που ήξερε το βάλτο απόλυτα και η πολυάριθμη ανταρτική του ομάδα είχε εγκλιματιστεί πλήρως στο άξενο περιβάλλον. Μετά από πολλές συμπλοκές, μάχες και συρράξεις,  κι ενώ τυπικά ο Μακεδονικός Αγώνας είχε λήξει με το κίνημα των Νεότουρκων το 1908 και τη συνθήκη που ακολούθησε, ο ίδιος συνέχισε την αντίσταση, ώσπου δολοφονήθηκε το 1911. Είναι μία εμβληματική μορφή των Γιαννιτσών.

Κοινοποίηση
designed by ArtAbout.gr